 |
Στα μέσα Απριλίου του 2003 το τουρκικό υπουργείο Παιδείας έστειλε οδηγία σε όλους τους διευθυντές σχολείων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ζητώντας να ξεκινήσει «εκστρατεία» στα σχολεία της χώρας, μέσα από την οποία θα επιβεβαιώνεται η ιδέα ότι η Τουρκία ουδέποτε εξολόθρευσε ελληνικές, ασσυριακές ή αρμενικές μειονότητες. Ακόμη, ζητήθηκε από τους μαθητές να γράψουν έκθεση ιδεών με θέμα «Αγώνες ενάντια στους ισχυρισμούς των γενοκτονιών». Είναι ολοφάνερη η προσπάθεια να καθοδηγηθεί η σκέψη των μαθητών, αφού το υπουργείο απαγορεύει κατηγορηματικά τη χρήση φράσεων όπως «οι Τούρκοι θα μπορούσαν να σκοτώσουν τους Αρμενίους» και ζητά να παρουσιαστούν τα γεγονότα των αρχών του 20ού αιώνα ως ανάγκη λόγω «των σφαγών που διέπρατταν … οι Αρμένιοι».
Όπως ήταν αναμενόμενο οι αντιδράσεις από την αρμενική πλευρά ήταν άμεσες. Η Σίλβα Κουγιουμτζιάν, διευθύντρια του Αρμενικού Κεντρικού Σχολείου της Κωνσταντινούπολης, που λειτουργεί από το 1886 και σήμερα έχει 190 μαθητές, δήλωσε ότι «οι αρμένιοι μαθητές ούτε έγραψαν ούτε πρόκειται να γράψουν μια τέτοια έκθεση». Επιπλέον, τονίζει ότι η οδηγία του τουρκικού υπουργείου Παιδείας σε καμιά περίπτωση δεν συνάδει με τις αρχές της σύγχρονης παιδαγωγικής. Μάλιστα, η Σ. Κουγιουμτζιάν σημειώνει «οι εκκρεμότητες και οι διαφορές ανάμεσα στους δύο λαούς μπορούν να επιλυθούν και να υπερνικηθούν μόνο μέσα από την παιδεία. Όταν απαιτούν από τους μαθητές να συμμετάσχουν σε αυτή την «εκστρατεία», αυτό σημαίνει ότι τους καθιστούν αθύρματα της πολιτικής».
Το Αρμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Λραπέρ» επισημαίνει ότι προφανώς τα εκπαιδευτικά προγράμματα στην Τουρκία καθορίζονται όχι από αρμόδιους επιστήμονες αλλά από τους πολιτικούς της χώρας. Το περιοδικό διαπιστώνει με πικρία ότι τα σχολικά εγχειρίδια της Ιστορίας δυσφημούν τον αρμενισμό και δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι και αρμένιοι μαθητές διαβάζουν αυτά τα βιβλία.
Αντίστοιχο περιεχόμενο είχαν και οι δηλώσεις της Χίλντα Τσομπογιάν, προέδρου της ΕυρωΑρμενικής Ομοσπονδίας για Δικαιοσύνη και Δημοκρατία, που διευκρίνισε ότι τέτοια μέτρα αγγίζουν ειδικότερα τα αρμενικά σχολεία της Κωνσταντινούπολης όπου ζουν σήμερα 70.000 Αρμένιοι. «Συγκλονιζόμαστε ιδιαίτερα από τον κυνισμό αυτού του εγγράφου που όχι μόνον ενθαρρύνει την τουρκική επιθετικότητα προς τις μειονότητες, αλλά και απαιτεί από τα παιδιά των μειονοτήτων να κατηγορήσουν τους γονείς τους που είναι θύματα των εξολοθρεύσεων αυτών», δήλωσε η Χ. Τσομπογιάν.
Αξίζει να τονίσουμε ότι αυτή η πρωτοφανής λογοκρισία και προσπάθεια χειραγώγησης της σκέψης των νεαρών μαθητών επιβάλλεται σε μια εποχή που η Τουρκία έχει ήδη λάβει, αλλά και πρόκειται να λάβει προσεχώς γενναιόδωρες επιχορηγήσεις από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα, η Τουρκία έλαβε την περίοδο 1995-1999 100.000.000 ευρώ για τον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού της συστήματος και πρόκειται να λάβει το ίδιο ποσό για την περίοδο 2003-2009. Μάλιστα από φέτος μπορεί να συμμετέχει στα κοινοτικά εκπαιδευτικά προγράμματα όπως είναι το Socrate, το Leonardo da Vinci και το Youth.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, στις 30 Μαΐου διοργανώθηκε στην Τουρκία από τον αντινομάρχη της περιοχής Ελμπελί σεμινάριο για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους της περιφέρειας με θέμα «Αγώνας ενάντια στους ισχυρισμούς για γενοκτονία». Ανάμεσα στους συμμετέχοντες μια δασκάλα, η Χιούλια Ακπινάρ έκανε ερωτήσεις που εξόργισαν τον ομιλητή Μεχμέτ Κάμπατζιτς, ο οποίος αντέδρασε βίαια. Σε ένδειξη διαμαρτυρίας πολλοί δάσκαλοι εγκατέλειψαν την αίθουσα. Διώξεις ασκήθηκαν αμέσως εις βάρος έξι δασκάλων για «προκλητική συμπεριφορά». Η κυρία Ακπινάρ συνελήφθη και της ασκήθηκε ποινική δίωξη. Της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους περίπου 1.000 ευρώ.
Στις 5 Ιουνίου η Ευρωβουλή υιοθέτησε ψήφισμα για την «Αίτηση της Τουρκίας για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση», αφού έλαβε υπόψη κάποιες από τις τροποποιήσεις που προτάθηκαν -απέρριψε όμως όσες τροποποιήσεις, κυρίως της Ευρωπαϊκής Ενωμένης Αριστεράς, ανέφεραν ευθέως τη φράση «Αρμενική Γενοκτονία». Από τη μια πλευρά χαιρετίζουμε τη σφαιρική προσέγγιση του θέματος: στο ψήφισμά της η Ε.Ε. αναφέρεται τόσο στην άρνηση της γενοκτονίας από την Τουρκία, όσο και στο εμπάργκο στη Δημοκρατία της Αρμενίας αλλά και στην καταπίεση της αρμενικής μειονότητας στην Τουρκία. Από την άλλη, όμως, με εξαίρεση την Ευρωπαϊκή Ενωμένη Αριστερά, η πλειοψηφία της Ευρωβουλής συστηματικά λογόκρινε την λέξη Γενοκτονία, χρησιμοποιώντας ευφημισμούς. Ακόμη, πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι επιτακτική ανάγκη τα όργανα της Ε.Ε. να αναθεωρήσουν τη στήριξη που παρέχουν στο τουρκικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο προωθεί επισήμως την άρνηση της Γενοκτονίας. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις τίθενται τρία ζητήματα. Πρώτον, είναι πια εμφανές ότι όσο καιρό η Ε.Ε. αποφεύγει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, ενθαρρύνεται η πολιτική άρνησης της Τουρκίας. Δεύτερον, η Τουρκία προχώρησε σε ακόμη πιο «δραστικά» βήματα: όχι μόνο αρνείται τη γενοκτονία, αλλά ξεκινά την τακτική «πλύσης εγκεφάλου» των μαθητών με σκοπό την παραχάραξη της ιστορίας. Τρίτον, ως χώρα που επιθυμεί να ενταχθεί στην Ε.Ε. πρέπει να καταλάβει το αυτονόητο ότι η καταπίεση των μειονοτήτων αποτελεί τροχοπέδη στην ένταξή της στην Ε.Ε.
|