 |
Και η στιγμή έφτασε.
Η στιγμή που όλοι ονειρευόμασταν και προσδοκούσαμε κάθε φορά που παρακολουθούσαμε μια ταινία για κάποιον άλλο δοκιμαζόμενο λαό, αλλά όχι για τον αρμενικό. Η στιγμή που θα αγοράζαμε ένα εισιτήριο για να δούμε, επιτέλους, μια ταινία γύρω από το Αρμενικό Ζήτημα.
Κι όσο κι αν περιμέναμε όλο αυτό τον καιρό, όσο κι αν ήμασταν προετοιμασμένοι, στις αίθουσες κυριάρχησε το συναίσθημα και η συγκίνηση. Νιώσαμε τις δονήσεις και τους παλμούς της αρμενικής παραδοσιακής μουσικής και είδαμε σκηνές βασισμένες στις εξιστορήσεις των επιζώντων της Γενοκτονίας. Είδαμε για πρώτη φορά με εικόνα, αυτά που μέχρι σήμερα ακούγαμε μονάχα.
Είναι καλό να βγαίνει κανείς από μια κινηματογραφική αίθουσα όχι απλά νιώθοντας ότι πέρασε όμορφα, αλλά νιώθοντας ότι φεύγει πλουσιότερος, έχοντας μάθει και προβληματιστεί για πολλά πράγματα. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε μόνο στο αρμενικό κοινό της ταινίας.
Οι κριτικές για την ταινία ήταν αρκετές και διχάζονταν: θετικές και αρνητικές. Η κριτική όμως είναι υποκειμενική, διότι η τέχνη είναι υποκειμενική. Αυτό που πραγματικά μετράει είναι να παρατηρήσουμε ένα έργο τέχνης, άλλωστε περί αυτού πρόκειται, μέσα από την οπτική γωνία του δημιουργού της. Να παρακολουθήσουμε την ταινία μέσα από τα μάτια του σκηνοθέτη της. Κάποιου που είναι “στοιχειωμένος” από τις αναμνήσεις του λαού του, τις σκιές των προγόνων του, αλλά και τις αγωνίες και τα αδιέξοδα του σήμερα.
Ο Εγκογιάν ενορχήστρωσε άψογα το υλικό του, παρουσίασε πολλές παράλληλες ιστορίες χωρίς ποτέ η μια να λειτουργεί σε βάρος της άλλης, απέφυγε τους μελοδραματισμούς και επικεντρώθηκε στα βλέμματα των ηρώων με σπάνια ευαισθησία. Εξαιρετικές ήταν οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών, αφού δεν υπήρχε κάποιος πραγματικός πρωταγωνιστής.
Κάθε λέξη και κάθε σκηνή στην πλοκή της ταινίας είχε τη δική της συγκεκριμένη στιγμή, έτσι ώστε να αγγίξει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον θεατή, όποιας εθνικότητας κι αν είναι αυτός. Αρκεί να είναι ένας άνθρωπος με ευαισθησίες.
Η ταινία ολόκληρη είναι το παρόν και το παρελθόν μας, κάτι που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό με τις αλλεπάλληλες αναδρομές και επιστροφές στο παρόν που κάνει ο Ατόμ Εγκογιάν.
Το “Αραράτ” είναι μια ωδή. Ύμνος και εμβατήριο μαζί. Ύμνος για τα θύματα της μαύρης σελίδας της ιστορίας, όχι μόνο των Αρμενίων, αλλά και όλης της ανθρωπότητας. Και ταυτόχρονα εμβατήριο για τους αγώνες και τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του αρμενικού λαού. Μέσα στον τίτλο “Αραράτ” περικλείονται όλα τα σύμβολα του αρμενισμού.
Η ανθρωπότητα έχει δικαίωμα να μάθει, να γνωρίσει τι έγινε και τι συνεχίζεται να γίνεται. Η ταινία κατόρθωσε να φθάσει στο στόχο της. Να πει την αλήθεια. Να δείξει στον κόσμο τι έγινε τότε, το 1915, και πώς αντιμετωπίζεται αυτό σήμερα από Αρμενίους και μη. Πέτυχε το σκοπό της. Κι αυτό το μαρτυρούν η ένταση και οι αντιδράσεις που δημιουργήθηκαν στους τουρκικούς κύκλους, πριν ακόμη προβληθεί το “Αραράτ”. Διότι αυτή είναι η πραγματικότητα. Η ιστορία που όσο κι αν προσπαθούν ορισμένοι να την παραχαράξουν, αυτή θα βρίσκει πάντα το δρόμο της προς το φως.
Εν κατακλείδι, αρκεί να παραθέσουμε τη γνώμη ενός νεαρού που αξιολόγησε μέσω Ίντερνετ την ταινία στις 30.12.2002 και τη βαθμολόγησε με 10 στα 10.
«Πολύ καλή ταινία, εξαίρετοι ηθοποιοί, αλλά μια θλιβερή ιστορία... Είμαι Τούρκος και τα τελευταία 12 χρόνια ζω στο Μοντρεάλ. Είμαι υπερήφανος που είμαι Τούρκος και μουσουλμάνος, αλλά μερικές φορές αναρωτιέμαι για ποιον λόγο μας μισούν τόσο πολύ στον κόσμο.
Αναρωτιέμαι αν σύντομα θα χρειαστεί να κρυφτώ από τον κόσμο αυτό για τα κακά που έχουμε προξενήσει στους Αρμενίους, στους Έλληνες, στους Ισπανούς. Και ναι, νιώθω ντροπή... πρέπει να κάνουμε κάτι, ώστε να μας συγχωρέσουν όλοι. Αυτό πρέπει να σταματήσει, διότι δεν μας μισούν μόνο οι Αρμένιοι, αλλά σχεδόν κάθε λαός στον πλανήτη αυτό... Όσο για τη ταινία “Αραράτ” είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε, μας ανοίγει τα μάτια στην πραγματικότητα και πιστεύω ότι μια μέρα η χώρα μου και η φίλτατη κυβέρνησή της θα κάνει ό,τι της περνά από το χέρι για να τη συγχωρέσουν Αρμένιοι, Έλληνες και όλοι οι λαοί που τιμωρήθηκαν από εμάς»
…
|